Ο αντιστράτηγος ε.α. Σάββας Μανουσαρίδης ασκεί κριτική στην απόφαση που εντάσσει συνταξιούχους δικαστικούς στα στρατιωτικά νοσοκομεία και θέτει ερωτήματα για τις αντοχές του συστήματος.
Η απόφαση Δένδια, για διεύρυνση των δικαιούχων στα στρατιωτικά νοσοκομεία με την ένταξη και συνταξιούχων δικαστικών και εισαγγελέων και των οικογενειών τους προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Με αφορμή τη ρύθμιση αυτή, ο αντιστράτηγος ε.α. Σάββας Μανουσαρίδης θέτει το ερώτημα αν τα στρατιωτικά νοσοκομεία μπορούν να αντέξουν τη συνεχή διεύρυνση των δικαιούχων, τη στιγμή που ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, πόρων και υποδομών.
Η ανάρτησή του στο Facebook:
Όταν αυξάνονται οι «δικαιούχοι» αλλά όχι οι δυνατότητες: Τα στρατιωτικά νοσοκομεία σε οριακό σημείο;
Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 1121/05-03-2026) με την οποία επεκτείνεται το δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης στα στρατιωτικά νοσοκομεία σε εν ενεργεία και συνταξιούχους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, επαναφέρει με ένταση ένα κρίσιμο ερώτημα, μπορούν τα στρατιωτικά νοσοκομεία να ανταποκριθούν στις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Αφορά τη λειτουργία ενός συστήματος που ήδη αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, χρηματοδότησης και υποδομών.
Η συνεχής διεύρυνση των δικαιούχων περίθαλψης χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των πραγματικών δυνατοτήτων των στρατιωτικών νοσοκομείων δημιουργεί εύλογες ανησυχίες τόσο στους στρατιωτικούς όσο και στο προσωπικό που υπηρετεί σε αυτά.
Η πολιτική αυτή αν και μπορεί να έχει κοινωνική ή διοικητική λογική, εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα, έχει προηγηθεί αξιολόγηση των πραγματικών δυνατοτήτων του συστήματος;
Σε πολλές μονάδες υγείας των Ενόπλων Δυνάμεων καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις προσωπικού.
Οι ανάγκες σε νοσηλευτικό προσωπικό παραμένουν μεγάλες, ενώ η έλλειψη ιατρών σε κρίσιμες ειδικότητες αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα. Ειδικότητες όπως η αναισθησιολογία αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα λειτουργίας περισσότερων χειρουργικών αιθουσών.
Σε αρκετά στρατιωτικά νοσοκομεία υπάρχουν διαθέσιμες χειρουργικές αίθουσες που παραμένουν ανενεργές όχι λόγω έλλειψης υποδομών, αλλά λόγω έλλειψης προσωπικού.
Το ίδιο πρόβλημα παρατηρείται και σε άλλες κρίσιμες υπηρεσίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπηρεσίες ακτινολογίας καλύπτονται με την αγορά υπηρεσιών από ιδιωτικές εταιρείες, επειδή οι υπηρετούντες ακτινολόγοι δεν επαρκούν.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί εύλογες απορίες, πώς μπορεί ένα σύστημα με τόσο εμφανείς ελλείψεις να επεκτείνει συνεχώς τον αριθμό των δικαιούχων;
Διοικητικό και τεχνικό προσωπικό σε οριακό επίπεδο.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζεται και σε τεχνικές ειδικότητες. Η συνεχής συνταξιοδότηση ψυκτικών, υδραυλικών και άλλων τεχνικών χωρίς αντίστοιχη αναπλήρωση δημιουργεί σοβαρά κενά.
Οι ηλεκτρολόγοι, για παράδειγμα, αποτελούν σήμερα μία από τις πιο περιζήτητες ειδικότητες στον ιδιωτικό τομέα. Η προσέλκυση και διατήρησή τους στο δημόσιο σύστημα είναι ολοένα δυσκολότερη. Σε αρκετά στρατιωτικά νοσοκομεία ο αριθμός τους μειώνεται συνεχώς, ενώ η κάλυψη των βαρδιών γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Το ίδιο ισχύει και για τους θερμαστές που είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία των λεβητοστασίων και την παραγωγή ζεστού νερού και ατμού. Πρόκειται για κρίσιμη λειτουργία για κάθε νοσοκομείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως οι βάρδιες καλύπτονται από πτυχιούχους στρατιώτες με σχετικές σπουδές αλλά χωρίς άδεια άσκησης επαγγέλματος.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι προφανές, σε περίπτωση ατυχήματος ή δυσλειτουργίας, ποιος φέρει την ευθύνη;
Η εξάρτηση από στρατεύσιμους
Η ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν πρόκειται για μια προσωρινή λύση κάλυψης ελλείψεων ή για μια σταδιακή μεταβολή του μοντέλου λειτουργίας των στρατιωτικών νοσοκομείων.
Οι αναμονές των ασθενών
Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου η αναμονή για μια μαγνητική τομογραφία ξεπερνά τους τέσσερις μήνες.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό, αν οι υπάρχοντες δικαιούχοι ήδη αντιμετωπίζουν τέτοιες καθυστερήσεις, τι θα συμβεί όταν προστεθούν νέοι;
Το ζήτημα των προτεραιοτήτων
Τι συμβαίνει όταν απαιτείται κλίνη νοσηλείας, ή εντατικής θεραπείας για έναν εν ενεργεία στρατιωτικό ή απόστρατο ή μέλος των οικογενειών τους, την ίδια στιγμή που ζητείται κρεβάτι για έναν υψηλόβαθμο κρατικό λειτουργό;
Ποια θα είναι η απόφαση ενός διοικητή στρατιωτικού νοσοκομείου σε μια τέτοια περίπτωση;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι υποθετικά. Αφορούν πραγματικά διλήμματα διοίκησης που μπορεί να προκύψουν οποιαδήποτε στιγμή.
Οικονομικά προβλήματα και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Παρά τις θεσμικές αλλαγές των τελευταίων ετών, τα οικονομικά των στρατιωτικών νοσοκομείων εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Η εισαγωγή του διπλογραφικού συστήματος και η υποχρέωση σύνταξης προϋπολογισμών και απολογισμών αποτέλεσαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, στην πράξη πολλά νοσοκομεία συνεχίζουν να προμηθεύονται φαρμακευτικό και υγειονομικό υλικό επί πιστώσει λόγω έλλειψης διαθέσιμων πόρων.
Η πρακτική αυτή οδηγεί ξανά στη δημιουργία ληξιπρόθεσμων οφειλών προς προμηθευτές.
Ταυτόχρονα, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με τις οφειλές του ΕΟΠΥΥ προς τα στρατιωτικά νοσοκομεία, η εξόφληση των οποίων παρατάθηκε με νόμο μέχρι 31-12-2026, αλλά και σχετικά με τη διαχείριση των κρατήσεων υπέρ νοσοκομειακής περίθαλψης που καταβάλλουν οι στρατιωτικοί μέσω των αποδοχών τους.
Δεδομένου ότι οι δαπάνες φαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των στρατιωτικών και των μελών των οικογενειών τους, καλύπτονται από πιστώσεις του προϋπολογισμού του κλάδου από τον οποίο προέρχονται, και όχι από τον ΕΟΠΥΥ όπως συμβαίνει με όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, τίθεται εύλογα το ερώτημα η κράτηση υπέρ υγειονομικής περίθαλψης από τις αποδοχές των στρατιωτικών γιατί αποδίδεται στο Υπουργείο Οικονομικών.
Οι ετήσιες κρατήσεις αυτές ξεπερνούν τα 45 εκατομμύρια ευρώ, ωστόσο δεν κατευθύνονται απευθείας στα στρατιωτικά νοσοκομεία.
Το ζήτημα της δικαιοσύνης
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και το θέμα του ΝΙΜΤΣ, όπου οι στρατιωτικοί καταβάλλουν επιπλέον κρατήσεις για τη νοσοκομειακή τους περίθαλψη.
Το ερώτημα που τίθεται από πολλούς είναι γιατί υπηρεσίες που χρηματοδοτούνται από κρατήσεις στρατιωτικών απολαμβάνονται και από άλλες κατηγορίες πολιτών που δεν συμμετέχουν οικονομικά στο σύστημα.
Η εκκρεμότητα των εφημεριών
Ένα ακόμη ζήτημα που παραμένει ανοιχτό είναι η αποζημίωση των εφημεριών των στρατιωτικών ιατρών. Θα φορολογούνται αυτοτελώς όπως στο ΕΣΥ;
Η σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν έχει ακόμη εκδοθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση, ένας ειδικευόμενος ιατρός να λαμβάνει συνολικά μεγαλύτερη μηνιαία αμοιβή, από τον ειδικευμένο στρατιωτικό ιατρό και σε ορισμένες περιπτώσεις και από τον διευθυντή της κλινικής του.
Η στρέβλωση αυτή επηρεάζει το ηθικό και τη λειτουργία των στρατιωτικών υγειονομικών υπηρεσιών.
Ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον
Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα κεντρικό ερώτημα πολιτικής, μπορεί η Πολιτεία να αυξάνει συνεχώς τους δικαιούχους περίθαλψης στα στρατιωτικά νοσοκομεία χωρίς να ενισχύει ταυτόχρονα τις δυνατότητές τους;
Η ενίσχυση των στρατιωτικών νοσοκομείων με προσωπικό, πόρους και σύγχρονες υποδομές αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του συστήματος.
Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος οι υπηρεσίες να υποβαθμιστούν για όλους, τόσο για τους στρατιωτικούς και τα μέλη των οικογενειών τους όσο και για τους νέους δικαιούχους.
Η συζήτηση για το μέλλον των στρατιωτικών νοσοκομείων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτά.
Πρέπει να αφορά κυρίως το πώς θα διασφαλιστεί ότι μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν αποτελεσματικά και με ασφάλεια.
Γιατί τελικά η υγεία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αποτελεί απλώς κοινωνική παροχή. Αποτελεί στοιχείο της εθνικής άμυνας και της μαχητικής ισχύος των μονάδων.
Και κάθε πολιτική που την επηρεάζει πρέπει να σχεδιάζεται με προσοχή, τεκμηρίωση και κυρίως με επίγνωση των πραγματικών δυνατοτήτων του συστήματος και των επιπτώσεων σε αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου